Περιοχή μέλους Χρήστης Συνθηματικό Είσοδος Εγγραφή Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
Ημερομηνία / Ώρα
Νέα της στιγμής :
img
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 932/2017print
Πολιτική - 22/09/2017 23:08
Ανάκληση της εντολής προς τον δικηγόρο. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Μη στοιχειοθέτηση αδικοπραξίας.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 932/2017

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ

 

Ανάκληση της εντολής προς τον δικηγόρο. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Μη στοιχειοθέτηση αδικοπραξίας.

- Σύμφωνα με το άρθρο 170 του κώδικα περί δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954, που έχει εφαρμογή λόγω του κρίσιμου χρόνου στην παρούσα περίπτωση), "Εάν υπαρχούσης συμφωνίας περί αμοιβής ανακληθεί η προς τον δικηγόρον δοθείσα εντολή, εάν μεν η ανάκλησις είναι αδικαιολόγητος, ο εντολεύς υποχρεούται εις άμεσον εκτέλεσιν των εκ της συμφωνίας υποχρεώσεων αυτού, εάν δε η ανάκλησις είναι δικαιολογημένη, αλλά εκ λόγων μη παρεχόντων δικαίωμα αγωγής κατά το άρθρον 56 της Πολιτικής Δικονομίας (ήδη: άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, που προβλέπει την άσκηση αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου) ο εντολεύς υποχρεούται εις καταβολήν των γενομένων δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου δια τας μέχρι της ανακλήσεως εργασίας αυτού, επί τη βάσει των διατάξεων του παρόντος". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τα άρθρα 167 και 724 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εντολέας (πελάτης), ενόψει της απολύτως προσωπικής σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του εντολοδόχου δικηγόρου, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή, είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι. Το δικαίωμα ανακλήσεως ασκείται με μονομερή δήλωση βουλήσεως που απευθύνεται στο δικηγόρο. Με την περιέλευση της δήλωσης σ’ εκείνον, επέρχεται η λύση της υφιστάμενης έμμισθης εντολής για το μέλλον (ex nunc), εκτός εάν υπάρχει αντίθετη συμφωνία.

- Η άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως, όπως και κάθε δικαιώματος, είναι δυνατό να ελεγχθεί στο πλαίσιο της εκ του άρθρου 281 ΑΚ απαγορεύσεως της κατάχρησης (ΑΠ 555/1974). Με τη διαφορά ότι στην περίπτωση της δικηγορικής εντολής, ακόμη και αν αποδειχθεί η κατάχρηση, δεν ανατρέπεται το ήδη επελθόν αποτέλεσμα της ανακλήσεως (λόγω της απολύτως προσωπικής σχέσεως εμπιστοσύνης), αλλά ανακύπτουν οι ως άνω, ειδικώς προβλεπόμενες οικονομικές συνέπειες της αδικαιολόγητης ανάκλησης. Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως, δηλαδή, ισοδυναμεί με αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής. Ως εκ τούτου, ο δικηγόρος, ο οποίος φρονεί ότι η ανάκληση είναι αδικαιολόγητη, ως ενάγων δικαιούται να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 170 του κώδικα περί δικηγόρων, πέρα από τα έξοδά του και το σύνολο της αμοιβής, την οποία θα εδικαιούτο εάν δεν είχε ανακληθεί η εντολή (ΑΠ48/2006). Ο πελάτης, για να περιορίσει την αμοιβή μόνο στις μέχρι της ανακλήσεως εργασίες του δικηγόρου, ως εναγόμενος θα πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η ανάκληση υπήρξε δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο ισχυρισμός του δικηγόρου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως καταρρίπτει την ένσταση περί δικαιολογημένης ανακλήσεως και λειτουργεί αρνητικά. Για το λόγο αυτό δεν έχει αυτοτέλεια, δεν θεωρείται ουσιώδης και δεν συνιστά πράγμα στο πλαίσιο του αναιρετικού ελέγχου.

- Σε συνέχεια προς τα ως άνω, σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλεί την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου δικηγόρου, ακόμη και αδικαιολόγητα, δεν στοιχειοθετείται, κατ’ αρχήν, αδικοπραξία σε βάρος εκείνου (ΑΚ 914, 932) ή προσβολή της προσωπικότητάς του (ΑΚ 57). Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνον εάν οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έγινε η ανάκληση της εντολής, συνιστούν κατ’ αντικειμενική κρίση όχι απλά κατάχρηση του δικαιώματος του εντολέα, αλλά παράνομη προσβολή στην αξία του προσώπου του δικηγόρου ή της επαγγελματικής υπόστασης αυτού (ΑΠ328/2003). Η επίκληση και απόδειξη των περιστάσεων αυτών, ως στοιχείων που θεμελιώνουν την προσβολή, την παρανομία, την υπαιτιότητα και τις εντεύθεν συνέπειες, συνιστά δικονομικό βάρος του ενάγοντος δικηγόρου.